Μεράκι (Meraki)

Πολιτισμικές έννοιες

Να κάνεις κάτι με ψυχή, δημιουργικότητα ή αγάπη· να βάζεις «κάτι από τον εαυτό σου» σε αυτό που κάνεις. Ένας μπουζουξής παίζει με μεράκι.

Πολιτισμικές έννοιες

Γλωσσάρι